Τελικά κάτι αλλάζει σ’αυτή την κοινωνία

Δευτέρα βράδυ και το ραντεβού είχε δοθεί στον σταθμό του τραίνου. Όπως πάντα, είχα αργήσει και η φίλη μου με περίμενε στα εκδοτήρια. Δύο χρόνια άνεργη, απολυμένη από την τελευταία δουλειά με πρόσχημα την κρίση (για να αντικατασταθεί από την κόρη του αφεντικού με τον ίδιο και λίγο μεγαλύτερο μισθό από αυτόν που έπαιρνε η ίδια), με δύο πτυχία από ΑΕΙ της Αθήνας, είχε βρει διάφορες μικροδουλειές να κάνει για να βγάζει λίγα χρήματα. Εκείνη η μέρα, όμως, ήταν σημαντική, γιατί θα συναντιόμασταν μετά από ραντεβού που είχε για δουλειά.

Μόλις έφτασα στα εκδοτήρια, την πλησιάζω, χαιρετιόμαστε και με ένα τεράστιο χαμόγελο μου το ανακοινώνει : «Με προσλάβανε!!». Χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε, αγκαλιαζόμαστε και ξεχνόντας για λίγο που βρισκόμασταν και πόσο δυνατά μιλούσαμε, η φίλη μου συνεχίζει την πρότασή της ανάμεσα σε γέλια και χοροπηδητά : «…ναι! Και θα παίρνω 500 Ευρώ! Δηλαδή, μαζί με τα 300 που έβγαζα από τις υπόλοιπες δουλειές, 800 Ευρώ τον μήνα!!!!». Η ένταση των συναισθημάτων ήταν τόσο μεγάλη που δε μπόρεσα να συγκρατηθώ : «Ρε συ, θα έχεις μισθό!!! Το συνειδητοποιείς;; Είσαι εργαζόμενη!!!». Κοιταχτήκαμε για λίγο στα μάτια, με δύο τεράστια χαμόγελα και ξαναγκαλιαστήκαμε σφηχτά κι αρχίσαμε να γελάμε ακόμα πιο δυνατά· ένα γέλιο εκστατικό, το γέλιο των παιδιών που τρέχουν στο λιβάδι πιασμένα χέρι-χέρι, όπως θα έλεγε κι ο Κούντερα. Λίγο πριν τελειώσει η στιγμή και εγκαταλείψουμε και οι δύο αυτή την αγκαλιά για να πάμε για καφέ, άνοιξα για λίγο τα μάτια μου. Κι εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πόσο ιδιαίτερη ήταν τελικά αυτή η στιγμή, η στιγμή που η φίλη μου μοιράστηκε την χαρά της μαζί μου : ο κόσμος που βρισκόταν στο χώρο των εκδοτηρίων, είχε κοντοσταθεί και μας κοίταγε. Είχαν δημιουργήσει ασυναίσθητα έναν νοητό κύκλο γύρω μας και μας κοιτούσαν, όλοι με ένα γλυκό χαμόγελο· η κυρία με τον χαρτοφύλακα και τις γόβες, το ζευγάρι με τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ, ο εργαζόμενος στα εκδοτήρια εισητηρίων που μας έδειχνε στον συνάδελφό του, ο παπούλης με τη μαγκούρα και το Έθνος στη μασχάλη ακόμα κι ο μαθητής με το φαρδύ παντελόνι κοντοστάθηκε με έκπληξη και σχεδόν παρασύρθηκε να γελάσει μαζί μας. Μας κοιτούσαν όλοι με αυτό το γλυκό χαμόγελο της κατανόησης άλλοι συγκινημένοι με τα μάτια τους να έχουν βουρκώσει, άλλοι με έκπληξη και άλλοι με βλέμμα που είχε μία ανάμνηση στεναχώριας.

Η στιγμή αυτή, δεν κράτησε πάνω από δύο λεπτά. Δεν ήταν η διάρκεια ούτε το γεγονός το ίδιο που την έκανε ιδιαίτερη. Ήταν ιδιαίτερη γιατί εκείνη τη στιγμή ήταν η πρώτη φορά από το 2010 και μετά, που ένιωσα την κοινωνία, άγνωστους συμπολίτες μου, να μου δίνουν ένα κατευναστικό χάδι στην πλάτη. Σαν ξαφνικά στο σύννεφο της μιζέριας και της κατάθλιψης που έβλεπα κάθε πρωί στα βαγόνια των τραίνων με τους αμίλητους και αγέλαστους κατηφείς ανθρώπους να άνοιξε μία τρυπούλα. Σαν αυτός ο νοητός κύκλος να ήταν μία διευρυμένη αγκαλιά της κοινωνίας, της αληθινής κοινωνίας, με τον συνταξιούχο, τον εργαζόμενο, τον μαθητή, τον χαρτογιακά, τον άνεργο, τον πολιτικά αδιάφορο, τον πολιτικά προβληματισμένο, τον πολιτικοποιημένο… μια αγκαλιά που κατανοούσε, μια αγκαλιά που συνέπασχε, μια αγκαλιά που συμπονούσε· μία αγκαλιά αλληλεγγύης. Μερικές φορές, ακόμη κι όσοι έχουμε συνειδητοποιήσει ότι «ο μόνος δρόμος είναι αντίσταση και πάλη», μέσα στο τρέξιμο της ημέρας, μέσα στον αγώνα και στην πάλη, ανάμεσα σε διαδηλώσεις και δημιουργία πολύμορφων δράσεων αλληλεγγύης, ξεχνάμε κάτι εξίσου σημαντικό : αλληλεγγύη δεν είναι μόνο να καταφέρεις να προσφέρεις τροφή ή ρούχα σε αυτόν που δεν έχει· είναι και να προσφέρεις ένα χαμόγελο ή ένα βλέμμα κατανόησης, να ανοίξεις μία κουβέντα με τον διπλανό σου στο τραίνο, να γελάσεις με το αστείο που θα πουν τα παιδιά από το πίσω τραπέζι, να ακούσεις την γκρίνια του φούρναρη. Αλληλεγγύη είναι πρώτ’απ’όλα να επικοινωνείς.

Με την φίλη μου βγήκαμε από το σταθμό, με κέρασε κουλουράκια κανέλας και τσάι για να το γιορτάσουμε και κάπου εκεί η βραδιά μας τελείωσε. Από τότε, όμως, όποτε περνάω από το μαγαζί που καθήσαμε, αγοράζω το ίδιο κουλουράκι κανέλας. Δεν είναι η γεύση ή η ποσότητα που με γεμίζει, όσο το συναίσθημα της συντροφικότητας που μου προκαλεί η ανάμνηση της στιγμής· ένα συναίσθημα που είχα συνηθίσει να νιώθω μόνο στις συνελεύσεις, στις διαδηλώσεις, στις συζητήσεις με τους συντρόφους και τις συντρόφισσες, στην παρέα με τους φίλους μου. Ένα συναίσθημα που μου ψιθυρίζει : τελικά κάτι αλλάζει σε αυτή την κοινωνία. Κι όταν το κουλουράκι τελειώνει και συνειδητοποιώ ότι η φωνή αυτή της κοινωνίας δεν έχει γίνει ακόμα κραυγή και πάει να με πάρει από κάτω, βγαίνω σε εξόρμηση με τον 70-άρη σ. Δημήτρη και σκέφτομαι «τι να κάνουμε… κι αν η φωνή είναι ακόμη ψίθυρος και όχι κραυγή, ας της δίνουμε τουλάχιστον εμείς μία ντουντούκα». Και χαμογελάω ξανά, γιατί ξέρω ότι αυτή η… ιδεολογική «ντουντούκα» που προσφέρουμε στην κοινωνία μπορεί να ενισχύσει πραγματικά τη φωνή της, χωρίς αλλοιώσεις και χωρίς παράσιτα.

Όλγα Κλείτσα
Μέλος ΣΥΡΙΖΑ 5ης ΔΚ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s