Οι βαθιές ρίζες του ΣΥΡΙΖΑ

Του Γιώργου Σαββίδη

Αυτοκουρδίζονται οι πληθωρικοί τηλεοπτικοί, πρώην ανανεωτές, της ΔΗΜ.ΑΡ. και στρέφουν τους πάντες κατά του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν διστάζουν να μνημονεύουν στελέχη που αγάπησε ο κόσμος της Αριστεράς. Έχουν κάθε δικαίωμα να αναφέρονται π.χ. στον Μιχάλη Παπαγιαννάκη, λόγω της ευρωπαϊκής και ενωτικής ευρύτητας των απόψεών του, αλλά δεν έχουν δικαίωμα να τον χρησιμοποιούν ως άλλοθι.

Ας μην ξεχνάνε τα λόγια του ηγέτη της ανανεωτικής Αριστεράς, ακόμα και πριν πεθάνει, διαψεύδοντας διάφορες κακόβουλες προβλέψεις για τις κινήσεις του: «Εγώ», έλεγε «θα είμαι ο τελευταίος που θα φύγει από τον Συνασπισμό». Ακριβώς αυτή η στάση του εμπνέει και όλους όσους παραμείναμε στον Συνασπισμό και δεν ακολουθήσαμε τον Κουβέλη και τους άλλους στην κομματική εκτροπή τους. Και τώρα μας δικαιώνει η μεγάλη επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ στον λαό. Να γιατί το σόι μου δεν μπορεί να ξεκόψει από την Αριστερά.

Αυτά συζητούσαμε την Κυριακή σε συγγενικό μου σπίτι στα Ταμπούρια. Είχαμε συγκεντρωθεί παιδιά και ανίψια της Βάσως Παπαδοπούλου, για να γιορτάσουμε τα γενέθλιά της. Έκλεισε αισίως και αγωνιστικά τα 92! Κάποια ξαδέλφη έφερε εφημερίδα του 1949, που αναφερόταν στη σύλληψη της Βάσως και στην κακοποίησή της στα μπουντρούμια της Ασφάλειας του Πειραιά, και με εξόριστο τον άντρα της και αδελφό της μητέρας μου Ιορδάνη Παπαδόπουλο.

Λόγο με τον λόγο, η μνήμη μας πλημμύρισε από τον φόρο αίματος που πλήρωσε το σόι μας στους αγώνες της αντίστασης και του Εμφυλίου. Τα χείλη μας ζεματίστηκαν με το όνομα του Παύλου Ιωακειμίδη που εκτέλεσαν στο Χαϊδάρι οι Γερμανοί. Ήταν ο διαφωτιστής του ΚΚΕ στον Πειραιά και πριν τον εκτελέσουν, του συνέθλιψαν τα γεννητικά όργανα και του έβγαλαν τα μάτια.

Μνημονεύσαμε με την ίδια συγκίνηση και τους άλλους μπαρμπάδες μας, που εκτελέστηκαν ή σκοτώθηκαν τότε: Τον νονό μου Θεμιστοκλή Δοματσόγλου, που τον έπιασαν το ’49 την παραμονή που θ’ ανέβαινε στο βουνό, και τους θείους μας Φιλάρετο και Παναγιώτη Χριστοφορίδη, λεβεντόπαιδα όλοι του ΕΛΑΣ Δραπετσώνας. Και τέλος τον αδελφό του πατέρα μου Δημήτρη Σαββίδη.

“Κι εσύ άρπαξες μερικές”, μου λέει ξαφνικά η θεία Βάσω, για ν’ αλαφρύνει την ατμόσφαιρα. Ήταν το 1944 και μέναμε, σε κατάσταση παρανομίας, στα Κιλικιανά της Κοκκινιάς, κάτω από τα Μανιάτικα. Ήμουν 6 χρόνων παιδί και έπαιζα με τους μεγαλύτερούς μου αδελφούς Κασιδιάρη. Με τάραζαν στις κλωτσιές και καρπαζιές. Φοβόμουν, αλλά δεν το έβαζα και στα πόδια. Τα σπίτια μας τα χώριζε ένας τοίχος. Τέλος, θυμάμαι ότι ο ΕΛΑΣ, τη μέρα που έφυγαν οι Γερμανοί, συνέλαβε ως συνεργάτιδα των ναζί κατακτητών τη γιαγιά του Κασιδιάρη, και την εκτέλεσαν, μαζί με δοσίλογους, που τους έστησαν στον τοίχο για το μακελειό της μάχης της Κοκκινιάς (4-8 Μαρτίου), το αιματηρό Μπλόκο και τις κακοποιήσεις και συλλήψεις πολιτών, ως ομήρων για τη Γερμανία, μετά από υπόδειξη κουκουλοφόρων.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.