Ο εκλεγμένος βασιλιάς

Από την ΕΠΟΧΗ

Μπορεί η αλλαγή του πολιτεύματος, η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και η αύξηση των αρμοδιοτήτων, δηλαδή των εξουσιών του, να ωφελήσει τον εκδημοκρατισμό ή, ακόμα, να συμβάλει στην κοινωνική ανατροπή, δηλαδή να ενισχύσει την επιρροή των λαϊκών τάξεων στο κράτος; Από τη μεριά της Αριστεράς, μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούν να τίθενται τα ζητήματα αλλαγών του πολιτικού συστήματος. Αντίθετα, από τη μεριά των αστικών κομμάτων, το πολιτικό σύστημα εξετάζεται συνήθως από τη σκοπιά μιας φαινομενικά ουδέτερης αποτελεσματικότητας: ουδέτερης κοινωνικά, δηλαδή από τη σκοπιά της αποτελεσματικότητας με δεδομένη την αστική κυριαρχία στην κοινωνία. Αλλαγές του πολιτικού συστήματος από αυτή την αστική σκοπιά αποσκοπούν στην ταχύτερη και φθηνότερη διεκπεραίωση της πολιτικής και στον περιορισμό τριβών που μπορεί να προέλθουν, λ.χ. από ελλιπή συγκερασμό των ενδοαστικών αντιθέσεων ή από την ιδιοτέλεια του αστικού πολιτικού προσωπικού ή, πολύ περισσότερο, από πολιτικές συγκρούσεις για τομείς της πολιτική κρίσιμους για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, όπως είναι η πολιτική χρήματος ή η δημοσιονομική πολιτική. Γι’ αυτόν το λόγο τέτοιοι τομείς ανατίθενται σε λεγόμενους τεχνοκράτες, των οποίων η υποτιθέμενη γνώση των πραγμάτων εγγυάται διεκπεραίωση χωρίς να παρεμβαίνει το λαϊκό στοιχείο, που (τι να κάνουμε;) στις δημοκρατικά συντεταγμένες πολιτείες βρίσκει τρόπους να εκδηλώνει τα συμφέροντά του.
Στην αστική κοινωνία, αριστερή απάντηση σε αυτή την επιδίωξη είναι η δημοσιότητα, την οποία υπηρετούν εκλεγμένα όργανα που συζητούν και αποφασίζουν δημοσίως, σαν τα κοινοβούλια. Η αξία των κοινοβουλίων για τις λαϊκές τάξεις έγκειται στο ότι εκεί η πολιτική διαδραματίζεται στο φως, οι αντιθέσεις είναι ορατές, οι υπεύθυνοι υποχρεούνται να προσέρχονται και να δίνουν εξηγήσεις, οι βουλευτές επιχειρηματολογούν και ψηφίζουν μπροστά στα μάτια του κόσμου. Οι κυβερνήσεις επιβάλλουν την πολιτική τους, αφού, για να είναι κυβερνήσεις, χρειάζονται κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Είναι αναγκασμένες, όμως, να την εκθέτουν δημοσίως και να δέχονται τη δοκιμασία της δημόσιας συζήτησης και κριτικής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το φρόνημα του λαού και τις διαθέσεις του απέναντί τους. Ακόμα και η αστική αντιπολίτευση χρειάζεται να ασκεί κριτική στις προθέσεις και στις πράξεις της κυβέρνησης, προκειμένου να κερδίσει λαϊκή υποστήριξη, ακόμα και αν, όπως την τελευταία εικοσαετία όλο και περισσότερο, τα αστικά κόμματα συγκλίνουν. Ακριβώς για να μειωθεί αυτή η δημοσιότητα περιορίζονται οι αρμοδιότητες των κοινοβουλίων, ακόμα και με παράκαμψη ή διαστροφική ερμηνεία συνταγματικών διατάξεων, όπως βλέπουμε κάθε μέρα να γίνεται στην Ελλάδα.

Εσφαλμένη και επικίνδυνη για τις λαϊκές τάξεις

Η εντύπωση ότι αυτή η πολιτική διαδικασία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μπορεί να επιταχυνθεί με τη δημιουργία ενός μονοπρόσωπου κέντρου εξουσίας που δεν υπόκειται στον διαρκή έλεγχο εκλεγμένων συλλογικών οργάνων, σαν τη Βουλή, και αντλεί την ισχύ του από την ανά τετραετία ή πενταετία ανανεούμενη λαϊκή ψήφο είναι εσφαλμένη και επικίνδυνη για τις λαϊκές τάξεις. Το πολίτευμα της προεδρικής Δημοκρατίας, με άμεσα εκλεγόμενο αρχηγό του κράτους που έχει την εξουσία να ορίζει τη γενική κατεύθυνση της πολιτικής, ακόμα και να ηγείται της κυβέρνησης ή να την ορίζει, έστω και με έγκριση της Βουλής, αντλεί από προδημοκρατικά αστικά καθεστώτα (τη συνταγματική Μοναρχία). Ο Όθων και ο Γεώργιος Α΄ δικαιολογούσαν την εξουσία τους ως προστάτες του λαού απέναντι στα «ισχυρά συμφέροντα», και από αυτή τη δικαιολογία πήγαζε η δημοτικότητά τους. Το ίδιο ακριβώς έκαναν ο Γουλιέλμος της Γερμανίας και ο Φραγκίσκος Ιωσήφ της Αυστροουγγαρίας. Αντιγραφή αυτών των καθεστώτων (και προσαρμογή τους στον νέο αστικό κόσμο) ήταν οι προεδρικές Δημοκρατίες στην αγγλοσαξονική και τη λατινική Αμερική. Ο πρόεδρος, υπεράνω των κομμάτων που «διχάζουν το λαό» και αυθεντικός εκφραστής της λαϊκής βούλησης, φροντίζει για το συγκερασμό των αντιτιθέμενων συμφερόντων και για την ενότητα του έθνους. Η προεδρική Δημοκρατία είναι, ας πούμε, η μοντέρνα, δημοκρατικότερη εκδοχή του ισχυρισμού της δεξιάς πτέρυγας του Διαφωτισμού ότι ο λαός δικαιούται να επαναστατεί κατά της τυραννίας, αλλά δεν μπορεί να κυβερνάει κιόλας. Διαθλασμένη εκδήλωση αυτού του φόβου μπρος στην εξουσία των λαϊκών τάξεων είναι άλλωστε η μικροαστική επιθυμία για τον «ισχυρό άνδρα», την «πατρική φιγούρα» που κρατάει με σταθερό χέρι το τιμόνι. Στη σύγχρονη αστική κοινωνία η ενίσχυση μονοπρόσωπων κέντρων εξουσίας αντανακλά επίσης την ιδεολογία του κράτους-επιχείρηση με την ισχυρή διευθυντική προσωπικότητα επικεφαλής που, αν αποτύχει αντικαθίσταται, αλλά μέχρι τότε κυριαρχεί.
Βέβαια, η λογική και η ιδεολογία του προεδρικού καθεστώτος δεν αρκούν για να αποκλείσουν τις λαϊκές τάξεις από την πολιτική: τα κράτη δεν είναι επιχειρήσεις και οι λαοί δεν είναι μέτοχοι. Αυτή είναι η σημασία της ανάδειξης αριστερών προέδρων σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και στην Κύπρο μέχρι τις τελευταίες εκλογές. Παρά ταύτα όμως, η «ώρα του Προέδρου» στην τηλεόραση της Βενεζουέλας είναι πολύ φτωχό υποκατάστατο των εκλεγμένων οργάνων της λαϊκής κυριαρχίας, όχι μόνο στις γειτονιές, αλλά μέχρι το ύψιστο επίπεδο της λήψης αποφάσεων. Στις χώρες των «λαϊκών προέδρων» στη Λατινική Αμερική οι λαϊκές τάξεις δεν θα μπορέσουν ποτέ να κυριαρχήσουν, χωρίς αιρετά όργανα με απεριόριστη εξουσία και υποκείμενα σε απεριόριστο έλεγχο. Βλέπεις, πρόεδρος ο Μοράλες που κρατικοποιεί τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της Βολιβίας, πρόεδρος και ο Χίντεμπουργκ που άνοιξε στη Γερμανία τον δρόμο για τον Χίτλερ.

Ημιτελές βήμα εκδημοκρατισμού

Στη σύγχρονη Ελλάδα, το αίτημα για ενίσχυση των προεδρικών αρμοδιοτήτων (και της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό ώστε να νομιμοποιούνται οι αυξημένες εξουσίες του) προέρχεται από τα δεξιά, από την επιθυμία να περιοριστούν οι φραγμοί που βάζει στην κυβερνητική αυθαιρεσία η υποχρέωση της δημόσιας λογοδοσίας στο Κοινοβούλιο, να περιοριστεί δηλαδή η επιρροή του λαού στην καθημερινότητα της πολιτικής – αλλά και οι κίνδυνοι από την αδυναμία συγκερασμού των αντιθέσεων στο εσωτερικό της κυρίαρχης αστικής τάξης και οι κίνδυνοι για τη σταθερότητα του αστικού καθεστώτος που πηγάζουν από την ιδιοτέλεια του αστικού πολιτικού προσωπικού.
Ως εκ τούτου, ο περιορισμός των προεδρικών αρμοδιοτήτων που έγινε το 1985 ήταν ημιτελές αλλά σπουδαίο βήμα εκδημοκρατισμού και εκσυγχρονισμού, και ας συνδυάστηκε με μεγάλη ενίσχυση του πρωθυπουργού, και ας διατηρήθηκαν οι δικτατορικές Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου. Με τη συνταγματική αναθεώρηση τότε καταργήθηκε ένα κέντρο ανωμαλίας που θα μπορούσε να παρέμβει, εάν υπήρχαν ανεπιθύμητες παρεκκλίσεις, ας πούμε στην εξωτερική πολιτική.
Σήμερα, μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος από αριστερή σκοπιά δεν μπορεί να είναι άλλο από την ενίσχυση των αιρετών συλλογικών οργάνων της δημοκρατίας μέχρι τέλους. Ας πούμε: γιατί θα πρέπει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να υπογράφει νόμους που έχει ψηφίσει το Κοινοβούλιο; Δεν αρκεί η διαπιστωτική υπογραφή του προέδρου της Βουλής; Γιατί θα πρέπει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με πρόταση του πρωθυπουργού να εκδίδει διάταγμα για τη διάλυση της Βουλής; Δεν είναι σωστότερο, όπως πάντα ζητούσε η Αριστερά την περίοδο της βασιλευόμενης Δημοκρατίας, να έχει η Βουλή την αποκλειστική αρμοδιότητα να διαλύεται, εάν η πλειοψηφία της κρίνει ότι χρειάζεται να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές;
Θα μου πεις: αν γίνουν αυτά τι χρειάζεται ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας; Έλα ντε.

Θόδωρος Παρασκευόπουλος

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.