Category Archives: Απόψεις

Προβληματισμοί, ιδέες και απόψεις των μελών του ΣΥΡΙΖΑ 5ης Δημοτικής Κοινότητας

Ο Μ. Γλέζος για το «φιάσκο Ξηρού»

«Ποιόν συμφέρει η διαφυγή του δολοφόνου της 17 Ν;», είναι το ερώτημα που θέτει σε δήλωσή του ο Μανώλης Γλέζος, σχετικά με την υπόθεση του Χριστόδουλου Ξηρού και απαντά: «Το σύστημα και μόνο, διότι αποπροσανατολίζει από την τραγωδία του λαού, και είναι αυτό που τον άφησε ελεύθερο».

Όσο για «την απόπειρα του αυτόκλητου δικαστή και τιμωρού να βρει κοστούμι για να δικαιολογήσει το μίσος και τις δολοφονικές προθέσεις του, μια είναι η απάντηση», υπογραμμίζει ο Μ. Γλέζος: «Η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής δεν έχει ιδεολογική επένδυση».

Άρθρο του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα στην ιστοσελίδα της Le Monde «Υπνοβάτης της λιτότητας»

Ηχούν ακόμα στ’ αυτιά μας οι απειλές της κ. Μέρκελ και των συμμάχων της για την εξώθηση της Ελλάδας εκτός Ευρωζώνης, εάν το 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ ερχόταν στην εξουσία.

Λάθος συναγερμός τελικά ή μια ωραία μπλόφα; Δεν ξέρω τι από τα δύο να διαλέξω. Ξέρω, όμως, ότι ένα από τα βασικά συμπεράσματα από το βιβλίο που η έγκριτη εφημερίδα σας αποκάλυψε πως διαβάζει η Καγκελάριος της Γερμανίας αυτήν την περίοδο – τους «Υπνοβάτες» του Κρίστοφερ Κλαρκ – είναι πως η καθ’ έξιν χρήση της απειλής των ακραίων επιλογών ως εργαλείου πολιτικής, ενέχει τον κίνδυνο να λειτουργήσει ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία.  Άρα, ένα τυχαίο γεγονός κάπου στη νότια περιφέρεια της Ευρώπης ή η εμμονή σε λάθος εκβιασμούς, μπορεί να προκαλέσει δραματικές και απρόβλεπτες εξελίξεις σε ολόκληρη την ήπειρο.

Σε κάθε περίπτωση, ένα από τα πιο προφανή συμπεράσματα από τις δηλώσεις της κυρίας Μέρκελ στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 19ης Δεκεμβρίου 2013, που επίσης αποκάλυψε η εφημερίδα σας, είναι πως η Ευρωζώνη παραμένει πολύ σημαντική για να αφεθεί να καταρρεύσει. Και ότι όλοι οι κρίκοι της είναι εξ’ ίσου σημαντικοί για τη διατήρησή της. Εάν ένας, έστω ο πιο αδύνατος, σπάσει, η σημερινή Ευρωζώνη παύει να υπάρχει.

Εμμέσως, πλην σαφώς, η κ. Μέρκελ με αυτή τη δήλωσή της επιβεβαίωσε τις σχετικές επισημάνσεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς από την αρχή της κρίσης. Έδωσε και μια εξήγηση για το μεγάλο άγχος που επέδειξε η ίδια και ο κ. Σαρκοζί στις Κάννες μπροστά στο ενδεχόμενο διεξαγωγής δημοψηφίσματος στην Ελλάδα. Ακύρωσε μονομιάς το περίφημο Grexit, εκθέτοντας στα μάτια του ελληνικού λαού ως πολιτικά ιδιοτελείς και αναξιόπιστους τους λιγοστούς και απομονωμένους κινδυνολόγους του ευρώ. Εξέθεσε, επίσης, διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις: από εκείνην του Γιώργου Παπανδρέου το 2010, έως και τη σημερινή του Αντώνη Σαμαρά, που, αντί να διαπραγματευτούν σκληρά για την Ελλάδα, πειθήνια υπάκουσαν – και εξακολουθούν να υπακούουν – στα κελεύσματά της.

Γιατί, εφόσον το ενιαίο νόμισμα δεν είναι υπό διαπραγμάτευση, τότε είναι οι οικονομικές πολιτικές των χωρών της νομισματικής ένωσης. Πολύ περισσότερο διότι ούτε η λιτότητα, ούτε τα Μνημόνια είναι προϋπόθεση από τις ευρωπαϊκές Συνθήκες για την ένταξη ή την παραμονή στην Ευρωζώνη.

Είναι απλώς το αποτέλεσμα ενός αρνητικού συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη. Ενός συσχετισμού που διαμορφώθηκε μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, κυρίως από την προσχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας στη νεοφιλελεύθερη συναίνεση. Μια επιλογή που σήμερα αποδεικνύεται πολιτικά αδιέξοδη. Και είναι, επίσης, το αποτέλεσμα της σύμπτωσης στο νότο της ευρωζώνης περιδεών κυβερνήσεων, κατώτερων των περιστάσεων.

Υπάρχει ένα βιβλίο το οποίο συστήνω στην κ. Μέρκελ να διαβάσει μετά τους «Υπνοβάτες», ιδιαίτερα τώρα που μετά το ατύχημα στο σκι, αναγκαστικά θα έχει περισσότερο χρόνο.. Είναι το κλασικό σύγγραμμα: «Η νομισματική ιστορία των ΗΠΑ 1867-1960» του Μίλτον Φρίντμαν και της Άννας Σβαρτζ. Ενδεχομένως, τότε να αντιληφθεί ότι ξεπερνά σε αντιπληθωριστική εμμονή, ακόμη και τον ίδιο τον πνευματικό πατέρα του αντιπληθωρισμού. Και ότι επιβάλλοντας μέχρι σήμερα, την ιδεοληψία της στην μόνο κατ’ όνομα Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παγιδεύει, τη μεν Ευρωζώνη ως σύνολο σ’ ένα εύθραυστο σημείο ισορροπίας με μηδενική ή πολύ χαμηλή και άνεργη οικονομική μεγέθυνση, τη δε νότια περιφέρειά της στην επικίνδυνη για όλους – και κυρίως για τη χώρα της περιδίνηση στην κρίση. Δηλαδή, στον στροβιλισμό ανάμεσα στην ύφεση και την αδύναμη και εικονικήανάπτυξη.

Ίσως εκπλαγεί η κ. Μέρκελ διαπιστώνοντας ότι ο Φρίντμαν και η Σβάρτζ επιρρίπτουν την ευθύνη για την ένταση της Μεγάλης Ύφεσης 1929-1933 στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, επειδή αρνήθηκε να αναλάβει το ρόλο του δανειστή ύστατης καταφυγής στην αγορά κρατικών ομολόγων.

Αλλά, σαν σύγχρονος η υπνοβάτης της σημερινής Ευρώπης όχι μόνο δεν βλέπει, αλλά και δεν αξιοποιεί:

–    το γεγονός ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ αντιμετωπίζει την κρίση ασκώντας επεκτατική πολιτική, αντί για την αέναη λιτότητα,

–    τη δια της συγκρίσεως απόδειξη ότι η ίδια η λιτότητα είναι η κρίση – όχι η λύση,

–    την αδιάψευστη απόδειξη από τη δική μου χώρα, την Ελλάδα ότι η λιτότητα έχει αποτύχει, προκαλώντας ταυτόχρονα μια πρωτοφανή για ευρωπαϊκή χώρα σε καιρό ειρήνης και ντροπιαστική για όλη την Ευρώπη ανθρωπιστική κρίση.

Αν μαζί με την Ευρωπαϊκή Αριστερά και άλλες πολιτικές δυνάμεις –στο Νότο και το Βορρά – και κυρίως οι πολίτες της Ευρώπης, όπου κι αν κατοικούν, ό,τι κι αν ψηφίζουν, συνειδητοποιήσουν την πολιτική δυναμική που περικλείει η δήλωση Μέρκελ, δηλαδή ότι Ευρωζώνη σημαίνει ή όλοι ή κανένας, τότε πράγματι, πλησιάζει το τέλος της λιτότητας.

Διότι τα ψέματα τελείωσαν και οι εκβιασμοί στέρεψαν. Ή όλοι μαζί αλλάζουμε ρότα προς έναν συνολικό αναπροσανατολισμό της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής στην Ευρώπη ή αποχαιρετάμε την ευρωπαϊκή ιδέα μέσα στον κουρνιαχτό και στη σκόνη από τη κατάρρευση του ενιαίου νομίσματος.

Είναι, λοιπόν, καιρός όσοι υπνοβατούν να ξυπνήσουν γιατί πολύ σύντομα θα συνειδητοποιήσουν ότι το όνειρό τους είναι τελικά εφιάλτης.

Η επιστροφή της τρομολαγνείας

Η Ν.Δ. του 2014 είναι το κόμμα του αστικού ολοκληρωτισμού.

Του Δημήτρη Μπελαντή

Η πρόσφατη επίθεση της Ν.Δ. στον ΣΥΡΙΖΑ για τη δήθεν σχέση του με την τρομοκρατία, αν και ανακίνησε μια παλιά πολεμική αυτού του κόμματος κατά της Αριστεράς, προσέλαβε και νέα χαρακτηριστικά. Ξεκίνησε με την ανακοίνωση της 8/1, όπου στοχοποιούνταν ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο γράφων και συνέχισε με ολόκληρους καταλόγους στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι μετείχαν με κάποια ιδιότητα στις «δίκες της τρομοκρατίας» κατά την γνωστή περίοδο 2003-2005. Ουσιαστικά, η στρατηγική της Δεξιάς επιδιώκει να απομονώσει στελέχη -αλλά και απόψεις και πρακτικές- εντός του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία επικρίνονται ως «ακραία» και φιλικά προς την ακροαριστερή βίαιη πολιτική πρακτική αλλά και να διασπάσει τον ιστό πολιτικής και ηθικής συνοχής εντός της Αριστεράς.
Η πρόσφατη επίθεση της Νέας Δημοκρατίας καταδεικνύει μια βαθιά κρίση πολιτικής ηγεμονίας αυτού του κόμματος στην ελληνική κοινωνία και μια συνείδηση απόγνωσης και πανικού. Παρά το ότι η Δεξιά χρησιμοποιεί ως κοινωνικό στήριγμα είτε τον φόβο (ότι θα βγούμε από το ευρώ, ότι κοινωνία και οικονομία υπό αριστερή διακυβέρνηση θα καταρρεύσουν κ.λπ.), είτε την απογοήτευση ευρύτερων στρωμάτων για τη δυνατότητα βελτίωσης της κατάστασης, είτε τον κοινωνικό αυτοματισμό, εργαλεία όλα του ακραίου νεοφιλελευθερισμού φαίνεται ότι η νεοφιλελεύθερη νομιμοποίηση καταντά ισχνή και οδηγεί σε μια ψευδοηγεμονία και σε μια εκβιασμένη και καταναγκαστικά αποσπασμένη κοινωνική συναίνεση. Η Ν.Δ. μετατοπίζει, έτσι, για μια ακόμη φορά την ατζέντα στο νεοσυντηρητικό έως και ακροδεξιό «νόμο και τάξη», στην τρομοϋστερία και στην αντιδημοκρατική στρατηγική. Οι επιθέσεις των εκπροσώπων Τύπου της Νέας Δημοκρατίας θυμίζουν έντονα το «μαύρο καλοκαίρι» του 2002. Κατά τη γνωστή διαδικασία εξάρθρωσης των ενόπλων οργανώσεων οι αστικές δυνάμεις και ιδίως το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ των Σημίτη/ Χρυσοχοΐδη επιχείρησαν να αποδυναμώσουν καίρια τον δημοκρατικό νομικό πολιτισμό και την ισχύ των συνταγματικών δικαιωμάτων. Οι κατηγορούμενοι ως «τρομοκράτες» όχι μόνο δικάσθηκαν με έναν ειδικό νόμο που είχε τεθεί έναν χρόνο πριν (τον «τρομονόμο» του 2001) αλλά αντιμετωπίσθηκαν ως άτομα χωρίς δικαιώματα και χωρίς το τεκμήριο αθωότητας, τέθηκαν εξ αρχής όλοι ανεξαιρέτως σε απομόνωση και οι συνήγοροί τους λοιδορήθηκαν από τα ΜΜΕ και τα κρατικά στελέχη ως συνεργοί και φίλοι της τρομοκρατίας κατά τις γνωστές γερμανικές και βρετανικές συνταγές, ενώ τα τηλεδικεία ενέτασσαν κάθε μέρα και νέα πρόσωπα στον κατάλογο υπόπτων.
Παρά το γεγονός ότι η έννοια του «πολιτικού κρατουμένου» προσιδιάζει βασικά σε όσους κατηγορούνται για τις απόψεις τους και όχι για εγκλήματα κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, η πολιτεία έδωσε μια τόσο μεγάλη έμφαση στο ειδικό καθεστώς των κατηγορουμένων και στη σχέση πολιτικής εχθρότητας με αυτούς, ώστε να αντιμετωπίζει η ίδια τους κατηγορουμένους (και φυσικά και αυτούς που αθωώθηκαν όπως ο Γιάννης Σερίφης και άλλοι) ως πολιτικούς κρατουμένους. Το ότι κάποιοι αριστεροί ή και δημοκράτες νομικοί ανταποκρίθηκαν στον θεσμικό και επιστημονικό τους ρόλο επί χρόνια και μάλιστα σε κρίσιμες περιόδους θεωρείται, σήμερα, σκάνδαλο από το κυβερνητικό κόμμα.

Περί πολιτικού εγκλήματος
Ένα ζήτημα που τέθηκε και τίθεται μέχρι σήμερα σε πείσμα των αντιδραστικών αντιλήψεων και πρακτικών είναι όχι μόνο η κριτική προς τις παραβιάσεις ατομικών και συνταγματικών δικαιωμάτων, αλλά και η προστασία της συνταγματικής έννοιας του πολιτικού εγκλήματος (άρθρο 97 Συντάγματος) καθώς και της αρμοδιότητας των μικτών δικαστηρίων ενόρκων για τα πολιτικά εγκλήματα. Πράγματι, οι μειοψηφικές ένοπλες πρακτικές που προέρχονται είτε από αριστερές ή αναρχικές ή ακόμη και από ακροδεξιές ομάδες, αποτελούν τον πυρήνα του πολιτικού εγκλήματος, παρά την επιμονή των ποινικών δικαστηρίων να αρνούνται αυτήν την σχέση και να συρρικνώνουν μέχρις εξαφάνισης το πολιτικό έγκλημα, και δεν είναι απλώς μια μορφή Μαφίας. Αν περιορίσεις το πολιτικό έγκλημα την στιγμή της επανάστασης ή του πραξικοπήματος, καμία πράξη δεν θα εκδικάζεται ποτέ ως πολιτικό έγκλημα. Αυτή η ευρύτερη λογική περί πολιτικού εγκλήματος δεν πηγάζει από μια μαρξιστική-λενινιστική εμμονή, αλλά από μια αντίληψη των ίδιων των αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων και των τότε εκπροσώπων τους, η οποία αναγνώριζε διαφορετικού τύπου κίνητρα και διαβαθμισμένες ηθικοπολιτικές αξιολογήσεις μεταξύ πολιτικού και κοινού εγκλήματος και, άρα, και διαβαθμισμένη κοινωνική απαξία (αστοί ποινικολόγοι όπως ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς μιλούσαν τη δεκαετία του 1920 στην Ελλάδα για την «ευγενή μορφή του πολιτικού εγκληματίου»). Διαφορετικής τάξης είναι το ζήτημα ότι η μαζική Αριστερά επικρίνει αυτές τις μορφές δράσης με σκεπτικό που αφορά είτε την πολιτική τους αποτελεσματικότητα είτε τις αρνητικές τους συνέπειες είτε την ηθικοπολιτική τους αξιολόγηση.
Όμως, η φιλοσοφία της Δεξιάς δεν είναι μια ειρηνιστική και ανθρωπιστική ιδεολογία. Πρόκειται για μια δύναμη, η οποία εξυμνεί τον πόλεμο, την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα αλλά και τη βία, όταν ασκείται εντός του πεδίου του κρατικού μονοπωλίου και μάλιστα ακόμη και τις εξόφθαλμα αυθαίρετες και έκνομες πρακτικές των κρατικών οργάνων ασφαλείας.

Απαγορεύεται και η… σκέψη
Επίσης, είναι εντυπωσιακή η σκοταδιστική επίθεση στην κριτική επιστήμη και την έρευνα. Θεωρείται απαράδεκτο το να ερευνά, να συζητά, να διαλέγεται ένας κοινωνικός επιστήμονας πάνω σε φαινόμενα όπως η πολιτική και κοινωνική βία και να αποκαλύπτει την ένταση της βίας, η οποία ενυπάρχει στην καπιταλιστική κυριαρχία και εκμετάλλευση αλλά και στην ειδικότερη προγραμματική βία του σημερινού ύστερου καπιταλισμού, καθώς και να ερευνά τις αιτίες της γένεσης μορφών κοινωνικής και πολιτικής αντιβίας.
Θεωρείται αδιανόητη, ακόμη και πέραν του επιστημονικού λόγου, η φιλοσοφική, υπαρξιακή ή και λογοτεχνική ακόμη προσέγγιση στα φαινόμενα της παραβατικότητας και της βίας και ιδίως εκείνες οι προσεγγίσεις που εμπεριέχουν αντιφάσεις και δεν είναι στερεοτυπικές («με το νόμο»/ «με τον κακούργο εγκληματία»). Ουσιαστικά, οι άνθρωποι, οι άντρες και γυναίκες, που εκπροσωπούν τη Ν.Δ. θα έπρεπε να πάψουν να διαβάζουν ακόμη και αστυνομικά μυθιστορήματα ή να βλέπουν αστυνομικές ταινίες, αν ήθελαν να είναι πολιτικά συνεπείς. Αυτή η κατάληξη μας λέει κάποια πράγματα και για την αντιδραστική ιστορική εξέλιξη της αστικής τάξης από τον πολιτικό φιλελευθερισμο του 18ου αιώνα ώς τον νεοφιλελεύθερο και νεοσυντηρητικό χειμώνα του 21ου αιωνα. Ένα κόμμα που επικαλείται τον «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό» (ο οποίος κατά τους ίδιους οδήγησε στην «σοβιετική Ελλάδα» της μεταπολίτευσης – αυτό είναι ένα άλλο παραμύθι, όμως) και την προστασία της αστικής δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καλεί την «σταλινική» Αριστερά να διαγράψει τα φιλοτρομοκρατικά στελέχη της και να γίνει πιο «ομοιογενής» και πιο «καθαρή», σε συστημική πάντοτε βάση, και να επιζητεί τον πολιτιστικό, ιδεολογικό και κοινωνικό παγετώνα. Η Ν.Δ. του 2014 είναι το κόμμα του αστικού ολοκληρωτισμού. Την ίδια στιγμή η Ν.Δ. έρχεται να επικυρώσει τις πρακτικές κρατικής ασφάλειας που εισήγαγε μετά το 2001 η ελληνική σοσιαλδημοκρατία. Δεν βρισκόμαστε πια στη βάση της πολιτικής πολεμικής και αντιπαράθεσης, αλλά της έξαρσης του ανορθολογισμού και του πολιτικού σουρεαλισμού.

* Ο Δημήτρης Μπελαντής είναι δρ Νομικής, μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

ΠΗΓΗ: ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Oι Λολίτες στην παρέλαση

της Αναστασίας Γιάμαλη

Και φέτος τα δελτία ασχολήθηκαν με τις εμφανίσεις των μαθητριών ενώ ανακάλυψαν και μια «sexy» «καυτή» – εννοείται ξανθιά – δασκάλα. Λίγους μήνες πριν, τα ίδια κορίτσια –καθώς τα αγόρια δεν γίνονται ποτέ θέμα για τον ίδιο λόγο – λικνίζονταν στα «μπιτσόμπαρα» (sic) φορώντας μπικίνι. Τα ίδια δελτία – στα ρεπορτάζ παραλίας – τις βάφτιζαν «καυτές παρουσίες που ανεβάζουν κι άλλο την θερμοκρασία μέσα στον καύσωνα «.

Οι παρελάσεις όμως και δη οι μαθητικές γίνονται για να παρουσιαστούν τα «περήφανα νιάτα της χώρας»… και αυτό έκαναν…Παρουσιάστηκαν. Παρουσιάστηκαν κατά ύψος, με τους πιο όμορφους και τις πιο όμορφες -και βέβαια πιο ευθυτενείς- σε ρόλο διμοιρίτη. Με τους «άριστους», στην εξάδα, με 5 παραστάτες και έναν σημαιοφόρο.

Ο στόχος της παρέλασης, επετεύχθη. Ο στόχος ήταν ανέκαθεν να θαυμάσει ο κόσμος, την μαθητιώσα νεολαία, την ελπίδα του έθνους, το μέλλον, το αύριο. Τι να κάνουμε τώρα – το 2013- η μαθητιώσα νεολαία φορά μίνι στην παρέλαση. Για την ιστορία το μίνι πρωτοφορέθηκε μαζικά την δεκαετία του 60 και για όσους δεν ξέρουν να μετράνε αυτό σημαίνει, 53 χρόνια πριν. Δεν το λες ακριβώς καινοτομία…

Τα ρεπορτάζ σε τηλεοράσεις και στο διαδίκτυο συνοδευόμενα από τις σχετικές φωτογραφίες, όπου κορίτσια με κοντές φούστες και ίσως ένα δύο κουμπιά ξεκούμπωτα στο πουκάμισο βαδίζουν περήφανα τα είδαμε και φέτος. Και πάλι οι λεζάντες και οι τίτλοι κινούνταν γύρω από την παράφραση του «οι φούστες πιο κοντές παρά ποτέ». Αν κάτι τέτοιο ίσχυε, τόσα χρόνια που το διαβάζουμε ή το ακούμε, δεν θα πρεπε να έχει μείνει φούστα. Αυτός ο νεοσυντηρητισμός την ίδια ώρα που οι σχολιαστές -σε μεσημεριανές και πρωινές εκπομπές – είναι ενδεδυμένοι με ακριβώς τον ίδιο τρόπο είναι στην καλύτερη υποκριτικός. Γιατί περιμένουν από την μαθητιώσα αυτή νεολαία κάτι άλλο από αυτό που της σερβίρουν; Αυτή δεν είναι –μέσες άκρες – η στυλιστική τους πρόταση;

H παρέλαση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ένοχη χαρά του κάθε μεσήλικου στερημένου μπανιστιρτζή και της κάθε συντηρητικής κυριούλας που στο φαρμακερό σχόλιο κατά του κοριτσιού με το μίνι, θα βρει για λίγο καταφύγιο για την μιζέρια σε μια εποχή που δεν έχει μείνει τίποτε άλλο. Είναι η «οδυνηρή ηδονή», η κατά Λακάν jouissance που προσφέρουν αυτά τα ρεπορτάζ απλόχερα. Λοιδορώντας, τα νιάτα -ως «ξέκωλα», «τσόλια» και άλλα σεξιστικά – οι σχολιαστές στα καθιστικά των σπιτιών και στα social media αποκομίζουν μια ιδιότυπη ένοχη υποσυνείδητη ικανοποίηση. Κάτι αντίστοιχο είδαμε και την περασμένη εβδομάδα, τότε που οι ρομά –σύμφωνα με τα κυρίαρχα ΜΜΕ – ακόμη » έκλεβαν ξανθά αγγελούδια», παρουσιάζοντας στο διψασμένο κοινό τις συνθήκες διαβίωσης των ρομά, την φτώχεια και την εξαθλίωση, το μάτι και το υποσυνειδήτο ικανοποιούνταν, αφού παρά τα όσα έχει χάσει από την κρίση σε σύγκριση με τους «γύφτους» ζει καλύτερα.

Αυτό που έμεινε σε όλους εκείνους που χλευάζουν τους νέους που «δεν γνωρίζουν τι γιορτάζουμε», είναι τό πόσο βαθιά ανάμεσα στα πόδια της σημαιοφόρου μπήκε ο ιστός της σημαίας και πόσο σήκωθηκε η φούστα της. Κατά πάσα πιθανότητα είναι οι ίδιοι που μπερδεύουν την 28η Οκτωβρίου με την 25η Μαρτίου και που δεν γνωρίζουν γιατί η μεγάλη παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου γίνεται στην Θεσσαλονίκη (Βαλκανικοί Πόλεμοι, remember?). Είναι οι ίδιοι που τους πείραξε το βιβλίο της Ρεπούση αλλά δεν ίδρωσε το αυτί τους που στο νέο βιβλίο της Ιστορίας της Έκτης Δημοτικού ο Μεταξάς παρουσιάζεται ως εθνοπατέρας.

Όι μαθήτριες με τα μίνι, δεν είναι Λολίτες – βγαλμένες από κάποιο κεφάλαιο του Ναμπόκοφ – όσο κι αν κάποιοι θεατές τηλεπαραθυράτοι ή facebookάτοι, θα ήθελαν το ρόλο του Χούμπερτ Χούμπερτ. Όσο για την «sexy» δασκάλα, από άποψη αισθητικής δεν διαφέρει τόσο από την Ελεονώρα Μελέτη ή την Ελένη Μενεγάκη ή την όποια, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο «μορφώνει» την μαθητιώσα νεολαία, ενώ την ίδια στιγμή αποτελεί και πρότυπο  για μεγάλο μέρος της πολύ περισσότερο  από ότι θα αποτελέσει ποτέ η δασκάλα.

Άθελα του, το συντηρητικό κοινό με την δημόσια ανάγνωση των μαθητικών παρελάσεων των οποίων την αξία υπεραμύνεται προσθέτει ακόμη ένα επιχείρημα στην μακρά λίστα εκείνων που ζητούν την κατάργηση τους. Αλλά τόσο καταλαβαίνουν…

ΠΗΓΗ: ΑΥΓΗ

Ο εορτασμός του ΟΧΙ, στην Κατοχή και την Απελευθέρωση

ΤΟΥ ΙΑΣΣΟΝΑ ΧΑΝΔΡΙΝΟΥ

Η 28η Οκτωβρίου είναι η μοναδική εθνική μας επέτειος η οποία γεννήθηκε μέσα σε μια συλλογική ψύχωση και καθιερώθηκε, ως μνημονικός τόπος, από τον ίδιο τον ελληνικό λαό. Σε αντίθεση την 25η Μαρτίου που αποτελεί μια εκ των υστέρων «κατασκευασμένη» επέτειο, η 28η Οκτωβρίου εντοπίζει ένα καταλυτικό γεγονός που μάλιστα βιώθηκε και ως τομή στον ιστορικό χρόνο. Δεν υπάρχει κανένας από τη γενιά του Πολέμου και της Κατοχής που να μη μπορεί –μέχρι σήμερα– να δώσει συγκεκριμένη απάντηση στην ερώτηση: «Πού ήσουν την 28η Οκτωβρίου 1940;».  Ήταν η γενέθλιος ημερομηνία μιας ολόκληρης γενιάς. Η κήρυξη του πολέμου με την Ιταλία επέδρασε άμεσα και καταλυτικά στην ψυχολογία των ανθρώπων της εποχής. Περισσότερο από κάθε προηγούμενη πολεμική αναμέτρηση (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μικρασιατική Εκστρατεία), ο ελληνοϊταλικός πόλεμος ήταν μια εμπειρία που διαπέρασε την ελληνική κοινωνία και ζυμώθηκε στη συνείδηση του λαού με τις παραδοσιακές έννοιες της δικαιοσύνης και της φιλοπατρίας, ωστόσο σε μια νέα εκδοχή: του αντιφασισμού.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ